ρυάκι 希腊语 词源 源自古希腊语 ῥύαξ (ῥýax)。 名词 ρυάκι (ryáki) n(复数 ρυάκια) 小河,小溪变格 ρυάκι的变格 单数 复数 主格 ρυάκι • ρυάκια • 属格 ρυακίου • ρυακίων • 宾格 ρυάκι • ρυάκια • 呼格 ρυάκι • ρυάκια • ρυακιού 和 ρυακιών 是常见的另属格形式 近义词 ποταμάκι n (potamáki)